Τετάρτη, Ιούλιος 08, 2009

το όνομά μου


τελικά όσο περνούν τα χρόνια όλο και άλλα πράγματα μου φαίνονται πιο σημαντικά και όλο και άλλα, που παλιότερα τα θεωρούσα σημαντικά, γίνονται αδιάφορα...
τη γιαγιά μου τη λέγανε Κίρα, έτσι έπρεπε να λένε και μένα αλλά ο παπάς που με βάφτισε είπε ότι το όνομα αυτό δεν είναι χριστιανικό και έτσι μου έβαλαν, εκείνη την ώρα στην εκκλησία, το όνομα που θεώρησαν πιο κοντινό: Κυριακή.
Το όνομα αυτό είναι αλήθεια πως ποτέ δε μου άρεσε. Το ένιωθα πάντα σαν ξένο πάνω μου. Άσε εκείνα τα ηλίθια υποκοριστικά με τα οποία κατά καιρούς με φωνάζουν...
Τα τελευταία όμως χρόνια έχω συμφιλιωθεί κάπως μαζί του και ζητώ από τους φίλους μου να το χρησιμοποιούν ολόκληρο, Κυριακή, κι έτσι μου αρέσει καλύτερα. Και μόνο πολύ δικοί μου άνθρωποι με φωνάζουν πότε πότε, μάλλον όταν θέλουν να με πειράξουν, Κίρα. Κι αυτό μου αρέσει ακόμα καλύτερα, έρχομαι κοντά στη γιαγιά μου.
Πέθανε την ημέρα της γιορτής μου πριν 28 χρόνια. Η γιαγιά μου η Κίρα.Τη λάτρευα.

Κυριακή, Ιούλιος 05, 2009

γονιός

τελικά το να είσαι γονιός είναι πολύ δύσκολο πράγμα
μπορεί να ανησυχείς κάθε ώρα και στιγμή για τελείως άσχετα πράγματα
και το καλό είναι ότι συνήθως δεν μπορείς να κάνεις τίποτε για όλα αυτά που ανησυχείς και σε στεναχωρούν
γιατί η ζωή του παιδιού σου είναι ζωή του παιδιού σου πάει και τελείωσε και θα την φτιάξει όπως θέλει αυτό και καλά θα κάνει
και δε μου αρέσει καθόλου να ανησυχώ
και φυσικά θα περάσει από όλα, θα απορρίψει, θα νιώσει την απόρριψη, θα κλάψει, θα πονέσει, θα κάνει άλλους να πονέσουν, θα μου χτυπήσει την πόρτα στα μούτρα, θα γελάσει μ' αυτά που με ανησυχούν, θα νευριάσει μ' αυτά που με ανησυχούν



Πέμπτη, Ιούλιος 02, 2009

καλοκαίρι


χμ, άλλο ένα καλοκαίρι αρχίζει, εννοώ οι διακοπές μου αρχίζουν, επιτέλους! κι είπα να γράψω κι εδώ κάτι έτσι για να φύγει αυτός ο θάνατος βρε αδερφέ, που είναι και οικιακός...
λοιπόν εγώ κάθε που αρχίζουν οι διακοπές 2-3 μέρες είμαι λίγο στα χαμένα, δεν μπορώ να συνηθίσω στον καινούριο ρυθμό, στο ότι δε χρειάζεται να τρέχω σαν την τρελλή, μπορώ να κάνω τα πράγματα με την ησυχία μου και να αράζω...
μου παίρνει λίγο καιρό λοιπόν και μετά συνηθίζω και είναι σαν να ήταν πάντα έτσι, σαν να μην δούλευα ποτέ
το καλύτερό μου πάντως είναι ο πρωινός καφές, σηκώνομαι πρωί, στις επτά είμαι έξω με τον καφέ μου, έχει δροσιά, είναι όλα πράσινα και ανθισμένα, ήσυχα και το μόνο που ακούγεται είναι τα πουλιά
ησυχία, ανασυγκροτούμαι, μου είναι απαραίτητο αυτό για την υπόλοιπη μέρα

Σάββατο, Ιούνιος 06, 2009

οικιακός ο θάνατος




http://dpgr.gr/index.php?page=photos_show_photo&pid=11561

Ψυχοσάββατο σήμερα. Η πεθερά μου λέει ότι αυτό είναι το πιο μεγάλο Ψυχοσάββατο, δεν ξέρω γιατί. Μνημονεύονται λέει όλοι οι νεκροί από γενέσεως κόσμου. Πήγαμε στα μνήματα ως συνήθως. Περίεργο, αλλά όταν είναι όλο το χωριό εκεί, λίγο μόνο μπορώ να αισθανθώ κοντά στους δικούς μου νεκρούς. Και νιώθω ενοχές μπαμπά γιατί τώρα πια δε λέω μέσα μου, πάω στη μαμά, αλλά μόνο πάω στον μπαμπά και μετά συνέρχομαι και λέω ε, και η μάνα σου είναι εδώ. Λες και η μαμά θα μπορούσε να θυμώσει που τώρα σκέφτομαι πιο πολύ εσένα. Λοιπόν, όταν έτσι είναι πολύς κόσμος εκεί δε νιώθω μεν τόσο κοντά σας αλλά νιώθω καλά, σαν το γρανάζι σε μια καλολαδωμένη μηχανή, συμμετέχω σε κάτι τελετουργικό. Παράξενο. Και μου στειλε ο φίλος μας ο Γιάννης από την Ίμβρο το παρακάτω και πολύ μου άρεσε γιατί έτσι είναι και εδώ σε μας. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ίμβρος», τον Φεβρουάριο του 1955.

«ΟΙΚΙΑΚΟΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ» Η ΛΑΪΚΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥΣ

Μία μοναδική ομιλία του μακαριστού Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος (1913-1989)

«Οικιακός μας είναι ο θάνατος εδώ πάνω στο νησί μας. Ήμερος. Αναμενόμενος. Παραμερίζει τις ροδοδάφνες και ξεπροβάλλει. Και ο δούλος του Κυρίου, αντικρύζοντάς τον, δεν αιφνιδιάζεται, δεν αγριεύεται. Φυσικά, δεν είναι καλόδεχτος. Όμως, ακόμη και στις τραγικώτερες επισκέψεις του, δεν είναι ξένος, επίσημος, παγερός.
Στις συναντήσεις μαζί του κυριαρχεί ένας τόνος μαλακός, ένα είδος σπιτικής ζεστασιάς. Κάπου εκεί στο γωνίδι τον βάζουμε και κάθεται, και αρχίζουμε μαζί του συνομιλία. Μοιρολογούμε. Διαλογικά μοιρολογούμε. Ζητούμε λόγους, εξηγήσεις. Παραπονιόμαστε. Τον κακίζουμε τον θάνατο. Χύνουμε πύρινα δάκρυα. Κάποτε ο τόνος γίνεται θερμότερος. Ανεβαίνει η κλίματα του θρήνου, γίνεται κραυγή γοερή, οδυρμός. Πάλι όμως τα πράγματα είναι μερωμένα, δεν ξεπερνούν τα χριστιανικά ανθρώπινα όρια.
Οικιακός μας είναι ο θάνατος εδώ. Το βασίλειό του βρίσκεται λίγο πέρα από την αυλή του σπιτιού μας, στην στροφή του αυλόγηρου της εκκλησίας μας. Συνορεύει με το χωράφι μας και με τ’ αμπέλι μας… Απλά απλωμένο κοντά στην ζωή μας, το νεκροταφείο του χωριού, ούτε μας απωθεί, ούτε μας τρομάζει. Σκόρπιοι χαμηλοί σταυροί ξεφυτρώνουν μέσ’ απ’ το χαμομήλι.
Πουθενά βάρος και κρυάδα μαρμάρου. Καμμία καταθλιπτική επιβλητικότητα. Ούτε άκαμπτη γαλήνη. Ειρήνη ιλαρή… πλάϊ στην ορθή αυστηρότητα του κυπαρισσιού, μία αγριοτριανταφυλλιά έχει τινάξει το ρόδινό της τόξο, και μέσ’ απ’ τον κισσό ξεπηδά μία φαιδρή νότα ανθισμένης αμυγδαλής. Θαρρείς κι’ είναι περιβόλι του σπιτιού μας…
Λιβανίζει το σπίτι η Ιμβριώτισσα νοικοκυρά, κι’ έτσι καθώς είναι, με την ποδιά της, παίρνει το λιβανιστήρι και πηγαίνει στο μικρό νεκροταφείο, για να λιβανίσει κι’ εκεί κάποιο δικό της σταυρό. Κι’ έπειτα, στην βάση του σταυρού, θα ανάψει το καντήλι. Και θάρθει κι άλλη νοικοκυρά. Κι άλλη. Θάρθουν πολλές.
Κάθε σπίτι έχει και τον σταυρό του. Σπίτι και σταυρός. Ανάβουν στα σπίτια τους τα τζάκια, ανάβουν και στους σταυρούς γλυκά καντήλια. Και σαν πέφτει το σκοτάδι,, πάνω από τα χαμομήλια, λαμπυρίζουν σαν πυγολαμπίδες πολλά, σκορπισμένα, τόσα δα φωτάκια. Σαν ένα κομμάτι καθρεφτισμένου ουρανού, με πολλά – πολλά αστράκια, είναι το νεκροταφείο μας την νύκτα. Κι είναι ήμερο και ζεστό και στο σκοτάδι.
Πριν λίγο καιρό, στο Γλυκύ (χωριό της Ίμβρου), πέθανε ένα μικρό παιδί. Έφυγε από την αυλή του σπιτιού του, μέσ’ απ’ τα μικρά παιδιά, και πήγε σ’ ένα μικρό σπιτάκι, κάτω απ’ την χλόη του νεκροταφείου. Τ’ άλλα παιδιά συνέχισαν τα παιχνίδια τους, στις αυλές των σπιτιών. Μα μία μέρα, καθώς έπαιζαν, θυμήθηκαν το μικρό αγόρι, κι αφήνοντας μισοτελειωμένο το παιχνίδι, πήγαν να βρουν τον μικρό τους φίλο. Στο μικρό του μνήμα μετέφεραν το παιχνίδι τους. Και, μ’ αυτή τη σοβαρή τρυφερότητα που έχουν τα παιδιά, φύτεψαν πάνω στο νωπό χώμα βιολέτες και τριανταφυλλιές….
Κι’ ενώ θα κορυφώνεται το τραγούδι της ζωής, η καμπάνα του χωριού θα σημάνει ψυχοσάββατο… Από κάθε σπίτι, από κάθε γωνιά του σπιτικού, θα ξεκινήσουν μαυροντυμένες γυναίκες με τα κόλλυβα στα χέρια, ταπεινές, σιωπηλές, η μία κατόπι στην άλλη, σα λιτανεία θάρθουν στην εκκλησιά.
Εκεί θα κατεβούν αμίλητες και οι ψυχές. Και, μέσα στο ημίφως του εσπερινού, νεκροί και ζωντανοί θα ανταμώσουν. Δεν θάναι ούτε στη χώρα της ζωής, ούτε στη χώρα του θανάτου. Θα σταθούν για μία στιγμή μαζί, αυτοί που έζησαν και αυτοί που ζουν, κάπου πέρα από τον θάνατο και τη ζωή, στη γη της αβασίλευτης ημέρας.

http://www.xronos.gr/church/detail.php?ID=44788

και σήμερα έχουμε και γάμο, μπαμπά, έχουμε γάμο, μαμά. Παντρεύεται η Σοφία της Μελίτσας, στις 8 το βράδυ, στον Αη Γιώργη.

Τρίτη, Ιούνιος 02, 2009

Λοιπόν μπαμπά...

Λοιπόν μπαμπά, σήμερα δεν πρόλαβα. Την είδα από μακριά , μόλις πήρα τη στροφή του δρόμου, ένα στρόγγυλο, σκούρο κάπως πάνω στην άσφαλτο, χελώνα πάλι, είπα. Έκοψα αμέσως ταχύτητα, την προσπέρασα και σταμάτησα. Έτρεξα πίσω για να την περάσω στην άλλη μεριά του δρόμου, μην την πατήσει κανένα αυτοκίνητο και...γαμώτο, το κέλυφος της ήταν ραγισμένο,  σχεδόν σπασμένο και από τη σχισμή του φαίνονταν το ματωμένο της σώμα. Έφυγα, πήγα στο αυτοκίνητο. Σοκ. Σ' ένα λεπτό γύρισα πάλι πίσω, φοβόμουν να την αγγίξω. Την κοίταξα λίγο. Νόμιζα πως είχε πεθάνει, αλλά όχι, κούνησε σιγά σιγά το ένα πόδι της. Τι να κάνω; Δεν ήξερα τι να κάνω. Την πήρα στα χέρια και την πέρασα απέναντι, δεν κουνήθηκε καθόλου, θα πονούσε, στην άσφαλτο στη θέση της έμειναν δυο μεγάλες κηλίδες αίμα. Λοιπόν μπαμπά , εδώ δεν πρόλαβα μια χελώνα, δεν μπόρεσα να κάνω τίποτε για μια χελώνα, πως θα μπορούσα να προλάβω εσένα; Το ίδιο σοκ, η ίδια αδυναμία, ο ίδιος φόβος. Ανίσχυρη. Πονάω.

Τρίτη, Μάϊος 19, 2009

λάθος

το ξέρω ότι είναι μεγάλο λάθος και πως βασικά πρέπει να ακούω και να μη σχολιάζω και πως ο μόνος τρόπος να σε βοηθήσω είναι να σε αποδεχτώ μαζί με όλη την κατάθλιψή σου
πότε πότε τα καταφέρνω 
άλλοτε όχι και πρέπει λίγο να μιλήσω γι' αυτές τις φορές που δεν τα καταφέρνω
γι' αυτές τις φορές που έρχομαι στα όρια
που θέλω να σε ταρακουνήσω και να σε κάνω χίλια κομμάτια
να σε πάρω από κει που βουλιάζεις και να σε βγάλω έξω στον κόσμο
στο φως που είναι για όλους
δεν εξαιρείσαι εσύ
να δεις τη ζωή σου από δω και πέρα
και όχι μέχρι εδώ
να μη με κάνεις δυστυχισμένη μαζί σου 
να σε κάνω ευτυχισμένο μαζί μου
και δεν μπορώ 
δεν μπορώ

Παρασκευή, Μάϊος 15, 2009

Zygmunt Bauman




Μου αρέσει πολύ να διαβάζω συνεντεύξεις. Εννοείται καλές, από αυτές που ο δημοσιογράφος ξέρει τον τρόπο να κάνει τον συνεντευξιαζόμενο να λέει πράγματα ενδιαφέροντα. Τελευταία διάβασα σ’ ένα ξεχασμένο «Έψιλον», (22/3/09), μια συνέντευξη του Zygmunt Bauman. Ας μην κάνω ότι τον ήξερα, όχι, διάβασα πρώτη φορά γι’ αυτόν τώρα. Είναι λέει κορυφαίος Κοινωνιολόγος. Πέρα από τις ιδέες του για την κοινωνία μας, τον καταναλωτισμό, τη χρηματοπιστωτική κρίση κ.τ.λ. μου άρεσε η απάντηση του στην πρώτη ερώτηση του δημοσιογράφου (Χρόνης Πολυχρονίου). Αντιγράφω:

«Δημοσ. : Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2-3 δεκαετιών οι σκέψεις και οι ιδέες σας έχουν ακολουθήσει, θα έλεγα, μια εντελώς διαφορετική διαδρομή από αυτήν που συναντάμε στα πρώτα στάδια της πνευματικής σας αναζήτησης, σε βαθμό που θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για έναν πρώιμο και έναν ώριμο Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Θα συμφωνούσατε με αυτήν την ερμηνεία;

Ζ. Μπάουμαν : Δεν βλέπω έτσι το δρομολόγιο που ακολούθησε η διανοητική μου περιήγηση. Το βλέπω σαν μια ατέρμονη σειρά επισκέψεων στο ίδιο δωμάτιο, μπαίνοντας κάθε φορά στο δωμάτιο από διαφορετική πόρτα και ανάβοντας φώτα διαφορετικών χρωματων. Όπως κάθε έμπειρος φωτoγράφος θα σας έλεγε, αυτό που βλέπεις αλλάζει σημαντικά ανάλογα με το χρώμα και τη κατεύθυνση από τα φώτα: διαφορετικές πτυχές γίνονται ορατές και εμφανείς, άλλες πτυχές βυθίζονται στη σκιά ή εξαφανίζονται από τη θέα. Υποθέτω ότι οι διαδοχικές μελέτες μου είναι ταξιδιωτικές αναφορές από εκείνες τις επανειλημμένες, όχι όμως επαναλαμβανόμενες, επιδρομές.»


Λοιπόν πολύ μου άρεσε αυτή η εικόνα με το δωμάτιο και εκτός από το δικό μου δωμάτιο πολύ θα ήθελα να μπαινοβγαίνω και στα δωμάτια μερικών άλλων.